Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2012

Η ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΣΤΗ ΒΟΥΝΟΚΟΡΦΗ ΣΥΝΔΕΣΗ ΜΕ ΤΟ ΟΛΟΝ



Το θέαμα ζέστανε το κορμί μου και με γέμισε από κύματα αθόρυβου γέλιου.

Στράφηκα, κάθισα οκλαδόν και απόλαυσα την ευφορία που με κατέκλυσε.  

Ήθελα να μείνω για πάντα εκεί.



 
Το φως του ήλιου και ο γαλάζιος ουρανός έκαναν την ημέρα να λαμποκοπά.

Καθώς καθόμουν εκεί και κοιτούσα τα πορφυρένια βουνά που υπήρχαν γύρω μου τα ένιωσα ξαφνικά σαν να βρίσκονταν πολύ κοντά μου.


Την ίδια αίσθηση είχα και για τα λίγα σύννεφα που αιωρούνταν από πάνω μου.

Μου φάνηκε πως αν άπλωνα τα χέρια μου θα μπορούσα να τ' αγγίξω.

Άπλωσα πράγματι τα χέρια μου προς τον ουρανό και παρατήρησα ότι η αίσθηση που είχα για το σώμα μου ήταν κάπως διαφορετική.


Το χέρι μου είχε σηκωθεί απαλά και με απίστευτη ευκολία και κρατούσα την πλάτη, το λαιμό και το κεφάλι μου σε μια τέλεια ευθεία γραμμή χωρίς να καταβάλω καμιά απολύτως προσπάθεια.

 Σηκώθηκα από τη θέση μου,  καθόμουν οκλαδόν, χωρίς να χρησιμοποιήσω τα χέρια μου και τεντώθηκα.  

 Ένιωθα ανάλαφρος.

Κοιτάζοντας τα βουνά, στο βάθος, αν και ήταν μέρα πρόσεξα τη σελήνη που ήταν έτοιμη να δύσει.


Ήταν γεμάτη κατά το ένα τέταρτο και κρεμόταν πάνω από τον ορίζοντα σαν ανεστραμμένο κύπελλο. 

Αντιλήφθηκα αμέσως γιατί είχε αυτό το σχήμα. 


Ο ήλιος, εκατομμύρια χιλιόμετρα πάνω από μένα, έλαμπε μόνο στην κορυφή της σελήνης που βυθιζόταν στον ορίζοντα.





Μπορούσα να αντιληφθώ με ακρίβεια τη γραμμή ανάμεσα στον ήλιο και την επιφάνεια της σελήνης και αυτή η συνειδητοποίηση διεύρυνε κατά κάποιο τρόπο τη συνείδησή μου, επεκτείνοντάς την προς τα έξω.



Μπορούσα να φανταστώ τη σελήνη, που είχε ήδη βυθιστεί πίσω από τον ορίζοντα, και το ακριβές σχήμα που θα παρουσίαζε σ' αυτούς που ζούσαν πιο δυτικά και μπορούσαν να τη δουν ακόμα.


Κατόπιν φαντάστηκα πώς θα φαινόταν όταν θα βρισκόταν κατευθείαν από κάτω μου, στην άλλη άκρη του πλανήτη. 


Οι άνθρωποι εκεί θα την έβλεπαν σαν πανσέληνο, γιατί ο ήλιος πάνω από το κεφάλι μου θα κτυπούσε τη γυρισμένη προς αυτούς πλευρά της σελήνης.



Αυτή η εικόνα έστειλε μια ζωηρή αίσθηση στη σπονδυλική μου στήλη και η πλάτη μου ίσιωσε ακόμα περισσότερο καθώς αντιλήφθηκα, ή μάλλον αισθάνθηκα, την ίδια ποσότητα χώρου που συνήθως ένιωθα πάνω από το κεφάλι μου, να υπάρχει και κάτω από τα πόδια μου, από την άλλη άκρη της σφαίρας. 


Για πρώτη  φορά στη ζωή μου, αντιλαμβανόμουν τη σφαιρικότητα της γης όχι σαν διανοητική σύλληψη, αλλά σαν μια πραγματική αίσθηση.



Σε κάποιο επίπεδο αυτή η συνειδητοποίηση με ενθουσίασε, σε ένα άλλο, όμως, μου φάνηκε εντελώς συνηθισμένη και φυσιολογική. 

Το μόνο που ήθελα να κάνω ήταν να βυθιστώ στην αίσθηση ότι ήμουν μετέωρος, ότι πλανιόμουν στο κενό, σ' ένα χώρο που εκτεινόταν προς όλες τις κατευθύνσεις. 

Αντί να στέκομαι πάνω στη Γη αντισταθμίζοντας τη βαρύτητα με την πίεση των ποδιών μου στην επιφάνειά της, ένιωθα τώρα σαν να βρισκόμουν στον αέρα από κάποια εσωτερική άνωση, σαν να ήμουν γεμισμένος με την ακριβή ποσότητα ηλίου, όπως το αερόστατο, ώστε να αιωρούμαι πάνω από το έδαφος το οποίο μόλις που άγγιζα με τα πόδια μου. 

Ένιωθα ότι βρισκόμουν σε τέλεια σωματική φόρμα, όπως ο αθλητής που προπονείται εντατικά, αλλά πολύ πιο καλά συντονισμένος και ολότελα ανάλαφρος.


Κάθισα ξανά στο βράχο και για άλλη μια φορά τα πάντα έδειχναν να είναι τόσο κοντά μου: η τραχιά προεξοχή πάνω στην οποία καθόμουν, τα ψηλά δέντρα πιο κάτω, στην πλαγιά, και τα άλλα βουνά πέρα, στον ορίζοντα. 
 
Και καθώς παρατηρούσα τα κλαδιά των δέντρων να λικνίζονται απαλά στην αύρα είχα όχι μόνο την αίσθηση του γεγονότος μέσω της όρασης, αλλά και μια αίσθηση ότι τα κλαδιά που κινούνταν στον άνεμο ήταν οι τρίχες του σώματός μου.

Αισθανόμουν το καθετί σαν να ήταν, κατά κάποιο τρόπο, μέρος του εαυτού μου. 

Καθώς καθόμουν στην κορυφή του βουνού βλέποντας το τοπίο να ξεθωριάζει όσο απομακρυνόταν από εμένα προς όλες τις κατευθύνσεις, ένιωσα ότι εκείνο που ήξερα πάντοτε ως το υλικό μου σώμα, αποτελούσε απλώς το κεφάλι ενός πολύ μεγαλύτερου σώματος που συμπεριλάμβανε ό,τι μπορούσα να δω.

Αισθάνθηκα το σύνολο του σύμπαντος να κοιτάζει τον εαυτό του μέσα από τα  μάτια μου.

Η αίσθηση αυτή μου έφερε ξαφνικά κάποιες αναμνήσεις. 

Ο νους μου διέσχισε το χρόνο προς τα πίσω, πριν από το ταξίδι μου στο Περού, πριν από την παιδική μου ηλικία και τη γέννησή μου. 

Η συνειδητοποίηση ότι, πράγματι, η ζωή μου δεν άρχισε με τη σύλληψη και τη γέννησή μου σ' αυτό τον πλανήτη, έκανε την εμφάνιση της. 

Η ζωή μου είχε αρχίσει πολύ πιο νωρίς, με το σχηματισμό του υπόλοιποι εαυτού μου, του πραγματικού μου σώματος, του ίδιου του σύμπαντος.

Η επιστήμη της εξέλιξης υπήρξε πάντα για μένα ανιαρή, αλλά τώρα, καθώς ο νους μου συνέχιζε να τρέχει πίσω στο χρόνο, όλα τα πράγματα που είχα διαβάσει για το θέμα άρχισαν να έρχονται πίσω στη μνήμη μου, όπως και οι συζητήσεις που έκανα κάποτε με το φίλο μου ο οποίος έμοιαζε του Ρενό.


Θυμήθηκα ότι τον ενδιέφερε αυτός ο τομέας: η εξέλιξη. 

Η γνώση φαινόταν να συγχωνεύεται με τις αναμνήσεις. Ανακαλούσα, κατά κάποιο τρόπο, στη μνήμη μου ό,τι είχε συμβεί και η θύμηση αυτή μου επέτρεπε να βλέπω την εξέλιξη με καινούριο τρόπο.

Είδα την πρωταρχική ύλη να εκρήγνυται στο σύμπαν και συνειδητοποίησα, όπως περιέγραφε η Τρίτη Επίγνωση, ότι τίποτα δεν είχε στερεά μορφή. 


Η ύλη ήταν απλά ενέργεια που δονούνταν σε ορισμένο επίπεδο και στην αρχή η ύλη υπήρχε μόνο στην απλούστερη δονητική της μορφή: στο στοιχείο που ονομάζουμε υδρογόνο. 

Αυτό ήταν το μόνο που υπήρχε στο σύμπαν, μόνο υδρογόνο.


Παρατήρησα τα άτομα του υδρογόνου ν' αρχίζουν να έλκουν το ένα το άλλο, λες και η κυρίαρχη αρχή, η ακατανίκητη τάση αυτής της ενέργειας; ήταν να αρχίσει να κινείται προς μια πιο σύνθετη κατάσταση. 

Και όταν θύλακες του υδρογόνου αποκτούσαν ικανοποιητική πυκνότητα, άρχιζε να θερμαίνεται και να πυρακτώνεται για να γίνει εκείνο που αποκαλούμε αστέρι και σ' αυτή την πυράκτωση το υδρογόνο συντηκόταν και περνούσε στην επόμενη ανώτερη δόνηση, το στοιχείο που ονομάζουμε ήλιο.

Καθώς συνέχιζα την παρατήρηση, αυτοί οι πρώτοι αστέρες γέρασαν. Τελικά εξερράγησαν και εξακόντισαν το υπόλοιπο υδρογόνο και το μόλις δημιουργημένο ήλιο, στο σύμπαν. 

Και ολόκληρη η διεργασία ξανάρχισε. 

Το υδρογόνο και το ήλιο άρχισαν να έλκουν το ένα το άλλο, μέχρις ότου η θερμοκρασία έφτασε σε αρκετά υψηλά επίπεδα για να σχηματιστούν καινούριοι αστέρες. 



Αυτό με τη σειρά του έκανε το ήλιο να συντηχθεί δημιουργώντας έτσι το στοιχείο λίθιο το οποίο δονούνταν στο αμέσως υψηλότερο επίπεδο.
 
Και ούτω καθ' εξής... κάθε διαδοχική γενεά αστέρων δημιουργούσε ύλη που δεν υπήρχε πριν, μέχρις ότου σχηματίστηκε το ευρύ φάσμα της ύλης - τα βασικά χημικά στοιχεία - και διασκορπίστηκε παντού. 

Η ύλη εξελίχθηκε από το στοιχείο του υδρογόνου, την απλούστερη δόνηση της ενέργειας, μέχρι τον άνθρακα ο οποίος δονείται σε μια εξαιρετικά υψηλή συχνότητα. 

Τώρα πιο το σκηνικό ήταν στημένο για το επόμενο βήμα στην εξέλιξη.

Καθώς σχηματίστηκε ο ήλιος μας, θύλακες ύλης μπήκαν σε τροχιά γύρω του και ένας από αυτούς, η Γη, περιλάμβανε όλα τα πρόσφατα δημιουργημένα στοιχεία, συμπεριλαμβανομένου και του άνθρακα. 

Καθώς η Γη ψυχόταν, αέρια τα οποία κάποτε κατακρατούνταν από τη λιωμένη μάζα, μετανάστευσαν στην επιφάνεια και συγχωνεύτηκαν σχηματίζοντας υδρατμούς. 

Πολλές βροχές έπεσαν και σχημάτισαν τους ωκεανούς πάνω στον τότε γυμνό φλοιό. 



Κατόπιν όταν το νερό κάλυψε μεγάλο μέρος της επιφάνειας της Γης, οι ουρανοί καθάρισαν και ο ήλιος, ο οποίος έκαιγε κι έστελνε τη λάμψη του, έλουσε τον καινούριο κόσμο με φως, θερμότητα και ακτινοβολία.




Και στις ρηχές λίμνες και τα ξέβαθα νερά γενικά,  μέσα στις μεγάλες ηλεκτροφόρες καταιγίδες που σάρωναν περιοδικά τον πλανήτη, η ύλη ξεπέρασε το δονητικό επίπεδο του άνθρακα φτάνοντας σε μια ακόμα πιο σύνθετη κατάσταση: τη δόνηση που αντιπροσωπεύεται από τα αμινοξέα. 

Αλλά για πρώτη φορά, αυτό το καινούριο επίπεδο δόνησης δεν ήταν σταθερό από μόνο του. 

Η ύλη ήταν υποχρεωμένη να απορροφά συνέχεια άλλη ύλη για να μπορέσει να διατηρήσει τη δόνησή της.

 Έπρεπε να τραφεί. 

Έτσι αναδύθηκε η καινούρια τάση της εξέλιξης: η Ζωή.

Αυτή η ζωή ήταν ακόμα περιορισμένη να ζει μέσα στο νερό και την είδα να διασπάται σε δυο ξεχωριστές μορφές. 

Μια μορφή - εκείνη που ονομάζουμε φυτά - ζούσε από ανόργανη ύλη και μετουσίωνε τα στοιχεία της σε τροφή χρησιμοποιώντας το διοξείδιο του άνθρακα από τη νέο δημιουργημένη ατμόσφαιρα. Τα φυτά τώρα απελευθέρωναν για πρώτη φορά, στον κόσμο, σαν υποπροϊόν, το οξυγόνο. 

Η φυτική ζωή εξαπλώθηκε γρήγορα μέσα στους ωκεανούς, και τελικά και πάνω στην ξηρά.
 
Η άλλη μορφή - εκείνη που αποκαλούμε ζώα - απορροφούσε μόνο οργανική ζωή για να διατηρήσει τη δόνησή της. 

Καθώς παρατηρούσα, τα ζώα γέμισαν τους ωκεανούς κατά τη μεγάλη εποχή των ιχθύων, και όταν τα φυτά είχαν απελευθερώσει πλέον αρκετό οξυγόνο στην ατμόσφαιρα, οι ιχθείς άρχισαν την πορεία τους προς την ξηρά.

 
Είδα τα αμφίβια - κατά το ήμισυ ψάρι, κατά το ήμισυ κάτι καινούριο - να αφήνουν για πρώτη φορά το νερό και να χρησιμοποιούν πνεύμονες για να αναπνεύσουν τον καινούριο αέρα.



Κατόπιν η ύλη μεταπήδησε στη βαθμίδα των ερπετών
που κάλυψαν τη Γη κατά τη μεγάλη περίοδο των δεινοσαύρων. 

Έπειτα ήρθαν τα θερμόαιμα θηλαστικά και κάλυψαν με τον ίδιο τρόπο τη Γη. 

Αντιλήφθηκα ότι κάθε αναδυόμενο είδος αντιπροσώπευε ζωή - ύλη - που έτεινε προς την αμέσως
υψηλότερη δόνηση. 

Τελικά η πρόοδος τελείωσε. 


Και εκεί στην κορυφή της πυραμίδας στεκόταν το ανθρώπινο είδος.

Το ανθρώπινο είδος. 

Το όραμα τελείωσε. 

Είχα δει σε μια αναλαμπή ολόκληρη την ιστορία της εξέλιξης, την ιστορία της ύλης που ήρθε σε ύπαρξη και κατόπιν εξελισσόταν ανεβαίνοντας σε όλο και πιο υψηλότερη δόνηση, σαν να ακολουθούσε κάποιο σχέδιο - οδηγό, δημιουργώντας, τελικά, τις κατάλληλες συνθήκες για να προκύψουν οι άνθρωποι... για να προκύψει ο καθένας από μας, σαν άτομο.

Καθώς καθόμουν εκεί σ' εκείνο το βουνό, μπορούσα σχεδόν να δω πώς επεκτάθηκε αυτή η εξέλιξη ακόμα περισσότερο στη ζωή των ανθρώπινων όντων.


 
Η περαιτέρω εξέλιξη συνδεόταν, κατά κάποιο τρόπο, με την εμπειρία των συμπτώσεων στη ζωή μας. 


Κάτι σχετικό μ' αυτά τα γεγονότα μας οδήγησε προς τα εμπρός στη ζωή μας, και δημιούργησε μια υψηλότερη δόνηση η οποία προώθησε και την εξέλιξη. 

Ωστόσο, όσο σκληρά κι αν προσπάθησα, δεν μπόρεσα να
το καταλάβω εντελώς.

 Κάθισα για πολύ στην προεξοχή του βράχου, βυθισμένος σε μια κατάσταση ειρήνης και πληρότητας. 

Και μετά, εντελώς ξαφνικά, συνειδητοποίησα ότι ο ήλιος είχε αρχίσει να χαμηλώνει στη δύση. 

Παρατήρησα επίσης ότι στα βορειο δυτικά, γύρω στο ενάμισι χιλιόμετρο μακριά, υπήρχε κάτι σαν πόλη.

 Μπορούσα
να ξεχωρίσω τα σχήματα που διέγραφαν οι στέγες των κτιρίων. 

Και μου φάνηκε πως ο δρόμος της δυτικής κορυφογραμμής κατέληγε ακριβώς εκεί.



Σηκώθηκα κι άρχισα να κατεβαίνω από τους βράχους. 

Γέλασα δυνατά. 

Ήμουν ακόμα συνδεδεμένος με το τοπίο, έτσι ένιωσα πως περπατούσα κατά μήκος του ίδιου μου του σώματος κι ακόμη, ότι εξερευνούσα τις περιοχές του ίδιου μου του σώματος. 

Το αίσθημα ήταν πολύ αναζωογονητικό.

Κατέβηκα τα απόκρημνα σημεία και μπήκα στα δέντρα. 

Ο απογευματινός ήλιος έριχνε μακριές σκιές στο έδαφος του δάσους. 


Είχα φτάσει στη μέση της καθόδου μου, όταν μπήκα σε μια περιοχή ιδιαίτερα πυκνού δάσους με μεγάλα δέντρα. 

Εκεί ένιωσα μια μεταβολή στο σώμα μου. 

Ένιωσα ακόμη πιο ελαφρός και πιο συντονισμένος με τη φύση. 

Σταμάτησα και κοίταξα τα δέντρα, και τους θάμνους, εστιάζοντας την προσοχή μου στο σχήμα και την ομορφιά τους. 

Μπορούσα να δω αναλαμπές λευκού φωτός και κάτι που έμοιαζε με ροζ ανταύγεια γύρω από κάθε φυτό. 

Συνέχισα να βαδίζω και έφτασα σ' ένα ρυάκι που ακτινοβολούσε ένα αχνό γαλάζιο φως το οποίο με γέμισε με τόσο μεγάλη ηρεμία που την ένιωθα σαν νύστα. 

Τελικά διέσχισα την κοιλάδα και ανέβηκα την άλλη πλαγιά μέχρι που έφτασα στο δρόμο. 

Πλησίασα τη χαλκόστρωτη επιφάνεια και άρχισα να βαδίζω αδιάφορα στην άκρη της, κατευθυνόμενος προς τα βόρεια……

Απόσπασμα από το βιβλίο Ουράνια Προφητεία






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου